διαγίγνομαι

διαγίγνομαι
διαγίγνομαι και διαγίνομαι (Α)
1. διέρχομαι, περνώ
2. ζω
3. επιζώ
4. παρεμπίπτω, παρέρχομαι, φθάνω σε κάποια ηλικία και μάλιστα προχωρημένη
5. (με επίρρ.) συμβαίνω κατά κάποιο τρόπο.

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • διαγίγνομαι — go through pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγίγνεσθε — διαγίγνομαι go through pres imperat mp 2nd pl διαγίγνομαι go through pres ind mp 2nd pl διαγίγνομαι go through imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγίνεσθε — διαγίγνομαι go through pres imperat mp 2nd pl (ionic) διαγίγνομαι go through pres ind mp 2nd pl (ionic) διαγίγνομαι go through imperf ind mp 2nd pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγεγονότα — διαγίγνομαι go through perf part act neut nom/voc/acc pl διαγίγνομαι go through perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγενομένων — διαγίγνομαι go through aor part mid fem gen pl διαγίγνομαι go through aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγενόμενον — διαγίγνομαι go through aor part mid masc acc sg διαγίγνομαι go through aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγιγνομένων — διαγίγνομαι go through pres part mp fem gen pl διαγίγνομαι go through pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγιγνόμενον — διαγίγνομαι go through pres part mp masc acc sg διαγίγνομαι go through pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγινομένων — διαγίγνομαι go through pres part mp fem gen pl (ionic) διαγίγνομαι go through pres part mp masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγινόμενον — διαγίγνομαι go through pres part mp masc acc sg (ionic) διαγίγνομαι go through pres part mp neut nom/voc/acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”